αἰσθητικός

αἰσθ-ητικός, ή, όν,
A of or for sense-perception, sensitive, perceptive, Pl. Ti.67a, etc.;

ζῷα-κώτερα Thphr.Sens.29

; αἰ. ἀναθυμίασις, of the soul, Zeno Stoic.1.39;

τὸ αἰ. [τῆς ψυχῆς] Diog.Oen.Fr.39

; ζωὴ αἰ. Arist.EN1098a2; quick,

γραῦς Alex.65

. Adv. αἰσθητικῶς, ἔχειν to be quick of perception, Arist.EE1230b37;

κινεῖσθαι Arr.Epict.1.14.7

, S.E.M.7.356; αἰ. ἔχειν ἑαυτοῦ, c. part., to be conscious of oneself doing, Ael.VH14.23;

αἰ. γιγνώσκειν Procl.in Prm.p.754

S.
II of things, perceptible, Plu.2.90b.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αἰσθητικός — of masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αισθητικός — ή, ό (Α αἰσθητικός, ή, όν) 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στα αισθητήρια και στις αισθήσεις ή στην αντίληψη διά μέσου τών αισθήσεων 2. αυτός που μπορεί να αισθάνεται, ο δεκτικός σε ερεθίσματα τού έξω κόσμου ή τού ίδιου τού σώματός του νεοελλ. 1 …   Dictionary of Greek

  • αισθητικός — ή, ό 1. αυτός που έχει σχέση με τα αισθητήρια: Οι αισθητικές θηλές των φυτών. 2. αυτός που έχει σχέση με την αισθητική, την επιστήμη του ωραίου: Τα αισθητικά φαινόμενα άρχισαν να μελετιούνται συστηματικά από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. 3. το… …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αισθητικός — [эститикос] εκ. Ιουσ. способный к восприятию, эстетический …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • αἰσθητικά — αἰσθητικός of neut nom/voc/acc pl αἰσθητικά̱ , αἰσθητικός of fem nom/voc/acc dual αἰσθητικά̱ , αἰσθητικός of fem nom/voc sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰσθητικώτερον — αἰσθητικός of adverbial comp αἰσθητικός of masc acc comp sg αἰσθητικός of neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰσθητικωτέρων — αἰσθητικός of fem gen comp pl αἰσθητικός of masc/neut gen comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰσθητικῶν — αἰσθητικός of fem gen pl αἰσθητικός of masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰσθητικόν — αἰσθητικός of masc acc sg αἰσθητικός of neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰσθητικώτατα — αἰσθητικός of adverbial superl αἰσθητικός of neut nom/voc/acc superl pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αἰσθητικώτατον — αἰσθητικός of masc acc superl sg αἰσθητικός of neut nom/voc/acc superl sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.